digea

Καλώς ήρθατε στην ψηφιακή εποχή!

Τεχνικοί


Στην τηλεόραση, η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας έχει διευκολύνει τον τρόπο λήψης του επίγειου ψηφιακού σήματος. Η καλύτερη εικόνα που προσφέρει σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη στάθμη σήματος λήψης κάνει την αποκωδικοποίηση της εικόνας πιο απλή υπόθεση σε σχέση με την αναλογική τεχνολογία.

Στο ξεκίνημά της όμως, όπως κάθε νέα τεχνολογία, η ψηφιακή τηλεόραση έφερε κάποιες τεχνικές δυσκολίες. Αρχικά, οι τεχνικοί είχαν να αντιμετωπίσουν το άγνωστο της ψηφιακής τηλεόρασης, καθώς δεν μπορούσαν να έχουν εικόνα του σήματος με την μέθοδο που γνώριζαν. Δεν ήταν λίγοι οι τεχνικοί που προβληματίστηκαν στην εγκατάσταση συστημάτων λήψης διότι πολύ απλά δεν προμηθεύτηκαν άμεσα εξελιγμένα όργανα για αποκωδικοποίηση της εικόνας και ανάλυση του ψηφιακού σήματος σε μονάδες μέτρησης ποιότητας όπως BER και MER. Στην αναλογική τηλεόραση, η ποιότητα του λαμβανόμενου σήματος είχε άμεσο αντίκτυπο στην εικόνα του τηλεθεατή [χιόνια, είδωλα] και ο τεχνικός μπορούσε εύκολα να έχει ενδείξεις τυχόν προβλημάτων με οδηγό την οθόνη του δέκτη. Η ψηφιακή τηλεόραση ωστόσο δεν εμφανίζει αυτή τη σταδιακή επιδείνωση της ποιότητας εικόνας, αλλά λειτουργεί άριστα έως ένα ελάχιστο όριο λήψης, μετά το οποίο αρχίζουν απότομα τα προβλήματα [λανθασμένα pixel, στιγμιαίο πάγωμα εικόνας] και η ολική απώλεια σήματος. Τα αναλογικά πεδιόμετρα που χρησιμοποιούσαν οι τεχνικοί για μετρήσεις και εγκαταστάσεις συστημάτων αναλογικής τηλεόρασης δεν μπορούν δυστυχώς να απεικονίσουν αποτελεσματικά το σύνολο των χαρακτηριστικών λήψης του νέου ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος.

Πλέον, οι κατασκευάστριες εταιρείες οργάνων μέτρησης έχουν δημιουργήσει υψηλής ποιότητας όργανα μέτρησης και ελέγχου ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος, αλλά και οικονομικότερα προϊόντα τα οποία, σε συνδυασμό με ένα αναλογικό αναλυτή φάσματος, μπορούν να εξυπηρετήσουν τις επαγγλεματικές ανάγκες που έχετε ως τεχνικοί.

Τα ακριβά όργανα μέτρησης ψηφιακών σημάτων, εκτός των βασικών μετρήσεων ποιότητας της εικόνας που δίνουν [Bit Error Rate], προσφέρουν και οπτική ένδειξη μέσω της αποκωδικοποιημένης εικόνας. Αντίθετα τα οικονομικότερα όργανα, τα οποία συνήθως δεν έχουν δυνατότητα αποκωδικοποίησης της εικόνας, δίνουν πιο γενικές ενδείξεις για την ποιότητα της ψηφιακής λήψης.


Η ενότητα αυτή αναλύει περισσότερο την τεχνική πλευρά της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης. Στους παρακάτω υποσυνδέσμους [link], θα βρείτε πληροφορίες γύρο από την εγκατάσταση ενός κεραιοσυστήματος και τις ψηφιακές μετρήσεις στις οποίες μπορείτε να προβείτε, ως τεχνικοί, για να δείτε την κατάσταση του ψηφιακού σήματος.


 


Ένα από τα σημαντικότερα τμήματα στη διαδικασία λήψης του επίγειου ψηφιακού σήματος είναι η εγκατάσταση που αφορά στην τηλεόραση. Δηλαδή, η κεραία λήψης, οι γραμμές μεταφοράς, οι βαθμίδες μίξης και ενίσχυσης, οι κατανομείς και οι τερματικοί διανομείς [πρίζες].

Ένα σωστό σύστημα λήψεως αποδίδει το ίδιο καλά στο αναλογικό αλλά και στο ψηφιακό σήμα χωρίς άλλες ιδιαιτερότητες, ωστόσο είναι συχνές οι περιπτώσεις όπου σε παλαιές εγκαταστάσεις [παλαιές πολυκατοικίες] το σήμα παρουσιάζεται εξασθενημένο, ιδιαίτερα στους πρώτους ορόφους όταν και η απόσταση από την κεραία [στην ταράτσα] είναι μεγαλύτερη. 


Η βλάβη στην εγκατάσταση είναι ένα σύνηθες φαινόμενο, αρκετά περίπλοκο στη διάγνωση και στην αποκατάστασή του. Επειδή το σύστημα της κεραίας μεταφέρει πληροφορίες σε ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων, η όποια δυσλειτουργία της θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα την εξασθένηση τμημάτων του φάσματος και απώλεια μόνο κάποιων προγραμμάτων. Για το λόγο αυτό, όταν υπάρχει λήψη ενός προγράμματος, όχι όμως κάποιου άλλου [ιδίως εάν βρίσκονται σε διαφορετικό μπουκέτο συχνοτήτων ψηφιακής τηλεόρασης] αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα προέρχεται από την εγκατάσταση. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, ως τεχνικοί είναι σημαντικό να απομονώνετε το σύστημα λήψης στα επιμέρους κομμάτια του.

Όλο το κεραιοσύστημα λειτουργεί σε σύνθετη αντίσταση 75Ωμ πού σημαίνει ότι όλοι οι βρόχοι και οι κλάδοι του συστήματος θα τερματίζουν σε αυτή την αντίσταση. Τυχόν απόκλιση από αυτή μειώνει τη μέγιστη δυνατότητα μεταφοράς του σήματος και κατά συνέπεια να προκαλέσει την απώλεια προγραμμάτων.

Για τον έλεγχο του κεραιοσυστήματος [κεραία, μείκτης, ενισχυτής, κατανομές και γραμμές μεταφοράς] χρησιμοποιούνται όργανα μετρήσεων όπως ο μετρητής έντασης πεδίου [Field strength meter] για την ένταση του σήματος και ο αναλυτής φάσματος [Spectrum analyser] για την ποιότητα.

Η ένταση μετριέται συνήθως σε dBμV/m ή dBm που είναι λογαριθμική σύγκριση στάθμης σήματος με αναφορά του ενός microvolt ανά μέτρο ή ενός milliwatt αντίστοιχα.

Η ποιότητα της λήψης μετριέται σε ρυθμό εσφαλμένων bit [Bit Error Rate - BER] και σε σφάλμα διαμόρφωσης [Modulation Error Ratio - MER]. Επίσης, μία σημαντική μέτρηση για την κατάστασης λήψεως είναι η αναλογία φορέα προς θόρυβο [Carrier-to-Noise Ratio - CNR] η οποία μετριέται σε Decibel [dB].


Ακολούθως αναφέρονται τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες των βλαβών των επιμέρους τμημάτων του κεριαοσυστήματος.


Κεραία λήψεως [aerial]

Είναι η αρχή και το τέλος ενός επιτυχημένου κεραιοσυστήματος. Μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία κεραίες στην ίδια [ή διαφορετική] μπάντα συχνοτήτων και με διαφορετική κατεύθυνση προσανατολισμού. Η κεραία λήψης είναι συνήθως υψηλής απολαβής και μετριέται σε Decibel [dB], που είναι η λογαριθμική σύγκριση της στάθμης λήψεως της κεραίας με εκείνη ενός ισοτροπικού δίπολου μηδενικής απολαβής στην ίδια συχνότητα.

Το αρχικό σήμα που λαμβάνεται από την κεραία είναι και το πιο σημαντικό [σαν στάθμη και ποιότητα] μιας και τα υπόλοιπα κομμάτια της εγκατάστασης προσθέτουν παραμορφώσεις. Για παράδειγμα, ένας ενισχυτής γραμμής εγκατεστημένος μετά την κεραία, ναι μεν ενισχύει τη στάθμη του σήματος, όμως ενισχύει και τον θόρυβο, ενώ στρεβλώνει το σήμα ως προς τις φάσεις [φασικές παραμορφώσεις] και προσθέτει παράγωγα ενδοδιαμορφώσεων.

Για καλή λήψη, πρέπει να επιλεγεί η κατάλληλη κεραία με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής και κατά την τοποθέτηση να στραφεί προς το σωστό κέντρο εκπομπής, δηλαδή αυτό που καλύπτει με ψηφιακό σήμα την περιοχή.

Όταν στο ίδιο φάσμα υπάρχουν επιπλέον κεραίες με διαφορετικό προσανατολισμό, χρειάζεται προσοχή στις παρεμβολές από τη μία κεραία στην άλλη διότι δύο σήματα στην ίδια συχνότητα με διαφορετικά προγράμματα αλληλοαναιρούνται.

Κάποια βλάβη στην κεραία δεν είναι απίθανο να προκληθεί καθότι είναι έκθετη σε έντονα καιρικά φαινόμενα όπως δυνατούς ανέμους και καταιγίδες, τα οποία και μπορεί να την μετατοπίσουν ή να την σπάσουν.

Σε κάθε πρόβλημα απαιτείται οπτικός έλεγχος της κεραίας, ενώ κατά περίπτωση μπορεί να χρειαστεί να γίνει μέτρηση της στάθμης του σήματος. Επίσης, μπορεί να χρειαστεί να ελεγχθούν οι επαφές στη σύνδεση με τον προσαρμογέα [300Ωμ σε 75Ωμ], καθώς και η κατάσταση του ενεργού δίπολου.


Μείκτης

Είτε ενεργό είτε παθητικό εξάρτημα στην εγκατάσταση, ο μείκτης προσθέτει όλα τα μέρη του φάσματος συχνοτήτων που κάνουν λήψη οι κεραίες και τα αποδίδει σε κοινή γραμμή μεταφοράς. Επιπλέον, προσθέτει και σήματα που προέρχονται από εξωτερικούς διαμορφωτές [modulators]. Στις περισσότερες περιπτώσεις τον ρόλο του μείκτη αναλαμβάνει ο ενισχυτής γραμμής που έχει και δικτυώματα ελέγχου απολαβής για τις υπομπάντες που προσθέτει και ενισχύει.


Ενισχυτής γραμμής

Είναι το κατεξοχήν ενεργό στοιχείο του συστήματος και ο υπαίτιος για πολλές παρενέργειες. Ο ενισχυτής καλείται να ενισχύσει το σήμα λήψεως έτσι ώστε να καλυφθούν οι απώλειες από τις κατανομές, τις γραμμές μεταφοράς και τους τερματικούς διανομείς.

Κύρια χαρακτηριστικά ενός ενισχυτή είναι η απολαβή η οποία μετριέται σε Decibel [dB], η μέγιστη στάθμη εξόδου που μετριέται σε dBμV και η στάθμη ενδοδιαμορφώσεων που μετριέται σε Decibel συγκριτικά με τη πιο ισχυρή φέρουσα ωφέλιμης πληροφορίας διαύλου.

Εάν τα χαρακτηριστικά είναι άγνωστα, μπορεί να υπολογιστεί η απολαβή του ενισχυτή από τον τύπο Gain=20log* [Vout/Vin] εφόσον υπάρχει ίδια σύνθετη αντίσταση εισόδου-εξόδου και φυσικά όπου Vin και Vout η στάθμη εισόδου εξόδου σε uV [microvolt].

Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίνεται κατά την επιλογή του ενισχυτή, η οποία δεν πρέπει να γίνεται με μόνο γνώμονα το κόστος. Για την καλή ποιότητα και στάθμη του σήματος ο ενισχυτής πρέπει να επιλέγεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του αλλά και τις πραγματικές ανάγκες της εγκατάστασης.

 

Σε ό,τι αφορά ενδεχόμενες δυσλειτουργίες ή βλάβες του ενισχυτή, αυτές είναι η απώλεια ενίσχυσης, η παραμόρφωση του σήματος και η αυτοταλάντωση.

Η απώλεια σήματος μετριέται εύκολα με την χρήση πεδιομέτρου συγκρίνοντας τα σήματα εισόδου-εξόδου. Η παραμόρφωση όμως σε ψηφιακή λήψη προϋποθέτει αποδιαμόρφωση και σύγκριση του BER και MER με όργανο μέτρησης δειγματοληπτικά από την είσοδο και έξοδο του ενισχυτή.

Υπάρχουν και περιπτώσεις που για διάφορους λόγους [υπερβολική ενίσχυση, διείσδυση υγρασίας, βλάβη εξαρτημάτων] ο ενισχυτής ταλαντώνει και παράγει παρασιτικές συχνότητες οι οποίες καταστρέφουν μέρος του ωφέλιμου σήματος λήψεως. Η αυτοταλάντωση είναι η πιο δύσκολα ανιχνεύσιμη βλάβη.


Κατανομές

Οι κατανομές πραγματοποιούνται από κατανεμητές [splitter] οι οποίοι μοιράζουν το σήμα στους διάφορους κλάδους, έτσι ώστε αυτό να κατανέμεται ομοιόμορφα στους τερματικούς διανομείς, δηλαδή τις πρίζες.


Γραμμές μεταφοράς [εσωτερικά καλώδια]

Τα καλώδια που μεταφέρουν το τηλεοπτικό σήμα συνήθως είναι περασμένα στο εσωτερικό των τειχών, ώστε να μην είναι ορατά. Για το λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ελεγχθούν και να αντικατασταθούν εάν υποστούν βλάβη.

Χαρακτηριστικό των γραμμών μεταφοράς είναι η εξασθένηση [attenuation], η οποία προσμετρείται σε Decibel [dB] ανά 100 μέτρα στην μεγαλύτερη συχνότητα πληροφορίας που μεταφέρουν. Η κατάσταση των καλωδίων ελέγχεται σχολαστικά με πεδιόμετρο σε όλο το φάσμα συχνοτήτων. Τυχόν ανομοιομορφίες στο σήμα, μεγάλη εξασθένηση σε υψηλές συχνότητες ή ακόμα και κάποια διακοπή απαιτεί την άμεση αντικατάσταση τους.

Με την πάροδο του χρόνου τα καλώδια μπορεί να φθαρούν και το εξωτερικό μονωτικό στρώμα που διαθέτουν να επιτρέψει την εισχώρηση υγρασίας. Επίσης, με τα χρόνια φθείρεται και το διηλεκτρικό τους, χάνουν τη σύνθετη αντίστασή τους με αποτέλεσμα την αποπροσαρμογή και την μεγάλη εξασθένηση στο σήμα που μεταφέρουν.


Τερματικοί διανομείς [πρίζες]

Είναι οι πρίζες στις οποίες φθάνει το σήμα από τις γραμμές μεταφοράς και φυσικά ο τελευταίος κρίκος πού συνδέει την κεραία με την συσκευή αναπαραγωγής [τηλεόραση]. Υπάρχουν δύο ειδών πρίζες: οι διέλευσης και οι τερματικές.

Οι πρίζες διέλευσης θέλουν ιδιαίτερη προσοχή, ιδίως σε κεντρικές εγκαταστάσεις, διότι βρίσκονται σε ενδιάμεσα σημεία των κλάδων και η λειτουργία τους είναι να παίρνουν δείγμα του σήματος και να το αποδίδουν στη συσκευή αναπαραγωγής [τηλεόραση ή αποκωδικοποιητή] ενώ να αφήνουν το υπόλοιπο σήμα να συνεχίσει την διαδρομή του προς την επόμενη πρίζα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι εάν υπάρξει βλάβη σε μια τέτοια πρίζα και διακοπεί η μεταφορά του σήματος σε εκείνο το σημείο, τότε δεν θα μεταφερθεί και σε καμία από τις πρίζες που ακολουθούν. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν, οι τερματικοί διανομείς διέλευσης να είναι καλής ποιότητας. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η εξασθένηση δειγματοληψίας που μετριέται σε Decibel [dB] καθώς και η εξασθένηση διέλευσης που επίσης μετριέται σε Decibel.

Από την άλλη, οι τερματικές πρίζες βρίσκονται στο τέλος των κλάδων του συστήματος λήψεως, δηλαδή σε αυτές το σήμα καταλήγει και δεν πηγαίνει παρακάτω. Ως χαρακτηριστικό έχουν ονομαστική τιμή εξασθένησης σε Decibel [dB].

Τόσο οι πρίζες διέλευσης όσο και οι τερματικές μετριούνται με το πεδιόμετρο.

Προτείνεται οι πρίζες και των δύο ειδών πού δεν χρησιμοποιούνται από συσκευές αναπαραγωγής να τερματίζονται από εξωτερικές αντιστάσεις των 75Ωμ.


Συχνά, ως τεχνικοί θα έρθετε αντιμέτωποι και με άλλα δευτερεύοντα τμήματα που απαρτίζουν το κεραιοσύστημα, όπως τους εξασθενητές γραμμής, τις κυματοπαγίδες και τα φίλτρα διέλευσης καναλιού.


Εξασθενητής γραμμής

Έχει ως χαρακτηριστικό τη ρυθμιζόμενη εξασθένηση [συνήθως στην περιοχή από 0 έως 20dB] και μπαίνει σε σειρά με κλάδους του συστήματος έτσι ώστε να μετριαστούν οι στάθμες του σήματος.


Κυματοπαγίδα

Η κυματοπαγίδα κρίνεται απαραίτητη όταν χρειάζεται να αποκοπεί κάποιος δίαυλος που παρενοχλεί από λήψη σε άλλη κατεύθυνση ή να υποβιβαστεί κάποιο κανάλι έτσι ώστε να μετριαστεί με τα υπόλοιπα της μπάντας.


Φίλτρα διέλευσης καναλιού

Τα φίλτρα διέλευσης καναλιού λειτουργούν αντίθετα από τις κυματοπαγίδες. Αποκόπτουν όλη τη μπάντα αφήνοντας μόνο έναν δίαυλο και έχουν ως χρησιμότητα, για παράδειγμα, την ένταξη ενός διαύλου στο κεριαοσύστημα από λήψη σε διαφορετική κατεύθυνση, αποκόβοντας παράλληλα τους υπόλοιπους που ενδεχομένως θα παρενοχλούσαν.

Οι κυματοπαγίδες και τα φίλτρα διέλευσης καναλιού θα πρέπει να τοποθετούνται με μεγάλη προσοχή γιατί η σωστή ρύθμισή τους προϋποθέτει ακριβά όργανα μετρήσεων, ενώ λόγω της χωρητικής και επαγωγικής συμπεριφοράς τους, εάν δεν ρυθμιστούν σωστά μπορεί να καταστρέψουν το σήμα από γειτονικούς διαύλους.


 


Signal-to-Noise Ratio [SNR]

Ο σηματοθορυβικός λόγος είναι η πιο γενική μέτρηση ενός σήματος.

Για το αναλογικό σήμα ο σηματοθορυβικός λόγος είναι η καλύτερη δυνατή μέτρηση και το αποτέλεσμα αυτής συνήθως αντικατοπτρίζει την τελική εικόνα. Η τιμή της μέτρησης παρουσιάζεται σε Decibel [dΒ] και είναι ο λόγος της τιμής του επιπέδου του σήματος ως προς το επίπεδο του θορύβου [ο θόρυβος μπορεί να μετρηθεί στην ίδια ή σε παραπλήσια συχνότητα].

Δυστυχώς, στην ψηφιακή διαμόρφωση αυτή η τιμή δεν δίνει λεπτομερή εικόνα για την ποιότητα της λήψης διότι δεν μπορεί να «δει» άλλες παραμέτρους που την επηρεάζουν, όπως για παράδειγμα προβλήματα φάσης.


Modulation Error Ratio [MER]

Το MER δείχνει την απόκλιση της ψηφιακής διαμόρφωσης του λαμβανόμενου σήματος από την επιθυμητή [ιδανική] που επιχειρεί να προσεγγίσει ο διαμορφωτής. Συνήθως χρησιμοποιείται ως μέτρηση για QAM διαμορφώσεις. Όπως ακριβώς και στο SNR έτσι και το MER εκφράζεται σε Decibel [dB]. Όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του MER τόσο το καλύτερο. Ένα 64 QAM ψηφιακό σήμα παρουσιάζει 64 σημεία [στόχους] μέσα σε ένα πίνακα 8x8 τετραγώνων. Η ιδανική παρουσία των 64 συμβόλων που εκπέμπονται είναι να βρίσκονται ακριβώς στο κέντρο των τετραγώνων σαν μία μικρή κουκίδα.

Συνήθως στα όργανα υψηλής ποιότητας, αλλά και σε υποδεέστερα, υπάρχει μάσκα αποτύπωσης της καλύτερης ποιότητας με χρωματική διαβάθμιση. Στην πραγματικότητα όμως, υπάρχει μία παρουσία από μικρά σύννεφα στο κάθε τετράγωνο τα οποία κινούνται γύρω από το κέντρο του πολλές φορές. Όσο μεγαλύτερο το MER τόσο πιο μικρά είναι αυτά τα σύννεφα θυμίζοντας περισσότερο κουκίδα στο κέντρο του τετραγώνου. Η μέτρηση του MER επηρεάζεται σχεδόν από όλες τις παραμέτρους που μπορούν να επηρεάσουν το ψηφιακό σήμα, όπως τον εκπεμπόμενο θόρυβο φάσης, τον λόγο της φέρουσας ως προς τον θόρυβο, γραμμικές και μη γραμμικές παραμορφώσεις, ενδοδιαμορφώσεις, ακόμα και από data collision. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να μην έχουμε ποτέ κουκίδες στην ανάλυση του ψηφιακού σήματος.

Δυστυχώς, όπως και στη μέτρηση του SNR έτσι και το MER δεν μπορεί να αναδείξει την αιτία που το κάνει χαμηλό. Η χαμηλή μέτρηση μπορεί να προέρχεται από κακό CNR, από παρεμβολές ή από group delay, όμως χωρίς τη χρήση ενός QAM αναλυτή δεν μπορεί να δοθεί εξήγηση. Γενικά, οι χαμηλές τιμές του MER δείχνουν ότι το διάνυσμα φάσης-εύρους του σήματος στρέφεται από άλλες αιτίες, οι οποίες μπορεί να είναι κατασκευαστικές, όπως κακή ποιότητα καλωδίων, κακή εγκατάσταση καλωδίων ή απότομες γωνίες του καλωδίου, στοιχεία τα οποία χαλούν τη σύνθετη αντίστασή του και το καταστρέφουν.


Bit Error Rate 

Bit Error Rate είναι η ακριβής μέτρηση που αναφέρει τον αριθμό των λαθών που υπάρχουν μέσα στην ροή των bit και τα οποία εκπέμπονται. Με άλλα λόγια, είναι ο αριθμός των λαθών που έχει η απεικονισμένη πληροφορία. Όσο μικρότερη η τιμή, τόσο καλύτερο «δρομολόγιο» έχουν ακολουθήσει τα bit από την εκπομπή μέχρι εμάς [συμπεριλαμβανομένου διαμορφωτή, ενισχυτή, combiner, κεραίας εκπομπής, σύστημα λήψης ψηφιακού σήματος]. Οι μετρήσεις του BER πριν τη διόρθωση των λαθών και μετά τη διόρθωση των λαθών είναι πολύ σημαντικές. Η μέτρηση BER συχνά θεωρείται ως καλύτερη μέτρηση που μπορεί να έχετε ως τεχνικοί, όμως δεν είναι απόλυτα σωστή η άποψη, διότι και οι μετρήσεις MER και BER είναι εξίσου σημαντικές. Όταν, για παράδειγμα, οι τιμές BER έχουν μεγάλη διαφορά πριν και μετά τη διόρθωση λαθών, αυτό σημαίνει ότι κάτι ωθεί τον δέκτη να κάνει χρήση της διόρθωσης των λαθών. Κατά κανόνα δεν είναι επιθυμητή η εκτεταμένη χρήση της διόρθωσης λαθών στον δέκτη. Η απόλυτη τιμή του που έχει οριστεί στο DVB standard είναι 1 error bit την ώρα [Quasi Error Free] στην τελική βαθμίδα του δέκτη, κάτι που αναλογεί σε ένα BER 1x10-11.

Στην πραγματικότητα το DVB είναι πιο ανθεκτικό σε επίπεδο BER καθότι ο μηχανισμός διόρθωσης Reed Solomon που χρησιμοποιείται είναι ικανός να φέρει σε αυτά τα επίπεδα [QEF] ένα σήμα με BER 2x10-4 στην είσοδο του δέκτη. Φυσικά, πολύ σημαντική είναι η αξιολόγηση όλων των παραπάνω από εσάς τους τεχνικούς εγκατάστασης.


Bit Energy-to-Noise Ratio 

Στα πιο οικονομικά κυρίως όργανα, η μέτρηση Bit Energy-to-Noise Ratio θεωρείται ισοδύναμη με τη μέτρηση BER. Όμως δεν αναφέρεται καμία τιμή μέτρησης όταν το BER είναι πάνω από 2x10-4 [η τιμή που μπορεί να μετατρέψει η Reed Solomon διόρθωση λαθών σε QEF], μέτρηση η οποία είναι πριν τη διόρθωση λαθών.

Σε εγκαταστάσεις λήψεις σήματος, υπάρχουν κάποια ελάχιστα όρια που γίνονται αποδεκτά. Σε σχέση με παλαιότερες εγκαταστάσεις, στις νεόκτιστες οικοδομές επιτυγχάνονται πολύ καλύτερα αποτελέσματα, τα οποία είναι αρκετά πάνω από αυτά τα όρια. Εάν μπορέσετε να διατηρήσετε άριστο MER και ελάχιστο BER, τότε να είσαι σίγουροι ότι οι πελάτες σας θα είναι ευχαριστημένοι.


Μετρήσεις του ψηφιακού σήματος

Το μεγάλο πλεονέκτημα της ψηφιακής μετάδοσης της εικόνας είναι η πολύ καλή ποιότητα αυτής [χωρίς χιόνια και είδωλα] ακόμα και αν το συνολικό σήμα έχει πέσει σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο στον δέκτη αρκεί η γραμμικότητα της λήψης [MER] να είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα. Αυτό επιτυγχάνεται με μία διαδικασία που ονομάζεται «διόρθωση λαθών» και είναι αποτέλεσμα «συνεργασίας» του πομπού και του δέκτη.

Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένες μετρήσεις που μπορεί να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.

 
 

Το ψηφιακό σήμα 8MHz σε πολύ ικανοποιητική ποιότητα λήψης [49,2dBμV].


Το MER ενός ψηφιακού σήματος αλλοιωμένο στη γραμμικότητα του σε όλο το εύρος των 8MHz [Από 0 carrier έως το 6816 carrier].

Στην ψηφιακή διαμόρφωση η πληροφορία δεν εκπέμπεται αυτούσια, αλλά εκπέμπονται τα σύμβολα [Symbols] τα οποία αντιπροσωπεύουν την πληροφορία [data]. Τα σύμβολα που αντιπροσωπεύουν τα bit λαμβάνονται από τον δέκτη ο οποίος τα «βλέπει» ως μέγεθος και φάση. Το διάνυσμα [μεγέθους και φάσης] που προκύπτει αντιπροσωπεύει μια ροή από bit [πληροφορία] που διαφέρει ανάλογα με τον τρόπο της διαμόρφωσης. Η QPSK μπορεί να παρουσιαστεί ως μέθοδος εκπομπής δύο bit ανά σύμβολο με ένα μέγιστο τεσσάρων διαφορετικών συμβόλων. Σημειώνεται ότι οι διαμορφώσεις 16, 64 και 256 QAM είναι πιο προηγμένες.

 
 

Διαμόρφωση QPSK στα 16 QAM με MER 27,4dB.